κανόνας


κανόνας
[канонас] ουσ. а. правило, норма,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κανόνας" в других словарях:

  • κάνονας — κάνονας, ο και κανόνας, ο εκκλησιαστική ποινή που επιβάλλεται σ αυτόν που αμάρτησε: Έκανε τον κάνονά του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κανόνας — ο канон – 1) правило, закон; постановление Вселенских соборов об основах вероучения и церковной жизни; ΦΡ. ιεροί κανόνες священные каноны Церкви; 2) совокупность канонических книг Ветхого (39) и Нового Заветов (27), которые признаются Церковью… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • κάνονας — ο наказание, канон, епитимья, которую духовник накладывает на исповедуемого, вследствии совершения им какого либо греха …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • κανόνας — (Μαθημ.). Γεωμετρικό όργανο, με το οποίο χαράσσονται ευθύγραμμα τμήματα και παράλληλες μεταξύ τους ευθείες (επειδή ο κ. καταλήγει σε παράλληλα ευθύγραμμα τμήματα). Ο κ., μαζί με τον διαβήτη, είναι τα δύο γεωμετρικά όργανα που οι αρχαίοι Έλληνες… …   Dictionary of Greek

  • κάνονας — (Μαθημ.). Γεωμετρικό όργανο, με το οποίο χαράσσονται ευθύγραμμα τμήματα και παράλληλες μεταξύ τους ευθείες (επειδή ο κ. καταλήγει σε παράλληλα ευθύγραμμα τμήματα). Ο κ., μαζί με τον διαβήτη, είναι τα δύο γεωμετρικά όργανα που οι αρχαίοι Έλληνες… …   Dictionary of Greek

  • κανόνας — ο 1. χάρακας: Πρέπει να χρησιμοποιείτε τον κανόνα για τις ευθείες γραμμές. 2. κριτήριο ή μέτρο πραγμάτων ή πράξεων: Ο Χριστός μας έδωσε κανόνα ζωής. 3. γενική αρχή, νόμος: Για την παραγωγή της πρότασης αυτής εφαρμόζονται τρεις γραμματικοί κανόνες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κανόνας — κανών straight rod masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γκλόγκερ, κανόνας του- — Κανόνας της οικολογίας, σύμφωνα με τον οποίο τα ζώα που έχουν συνηθίσει να ζουν σε υγρά περιβάλλοντα χαρακτηρίζονται από πιο έντονα χρώματα σε σχέση με άλλα που ανήκουν στο ίδιο είδος, αλλά ζουν σε πιο ξηρό περιβάλλον. Ο κανόνας αυτός… …   Dictionary of Greek

  • λογαριθμικός κανόνας — Όργανο που βασίζεται στις ιδιότητες των λογαρίθμων, με το οποίο εκτελούνται γρήγορα υπολογισμοί, με ικανοποιητική ακρίβεια στις περισσότερες περιπτώσεις. Οι υπολογισμοί εκτελούνται με τη βοήθεια διαφόρων λογαριθμικών κλιμάκων, με τις οποίες είναι …   Dictionary of Greek

  • δεξιού χεριού, κανόνας — Μνημονικός κανόνας για τον προσδιορισμό της κατεύθυνσης του επαγωγικού ρεύματος σε έναν αγωγό που κινείται σε μαγνητικό πεδίο. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, τοποθετούμε τον αντίχειρα, τον δείκτη και το μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού κατά τέτοιο… …   Dictionary of Greek